γάγγαμον

γάγγᾰμ-ον, τό,
A small round net, esp. for oystercatching, Opp.H.3.81: metaph., μέγα δουλείας γ. A.Ag.361(anap.): —also [full] γαγγάμη, , Str.7.3.18.
2 umbilical region, Poll.2.169 (γαγγαμών is f.l.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γάγγαμον — small round net neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γάγγαμον — το (Α) βλ. γαγγάμη …   Dictionary of Greek

  • γαγγάμῳ — γάγγαμον small round net neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γάγγαμα — γάγγαμον small round net neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γαγγάμη — και γαγγάβα, η (Α γάγγαμον) είδος διχτυού με στερεό συρμάτινο σάκκο για συλλογή στρειδιών, σπόγγων, κοραλλιών (μτφ., «μέγα δουλείας γάγγαμον», Αισχ.) αρχ. το μέρος της κοιλιάς γύρω από τον αφαλό. [ΕΤΥΜΟΛ. Τεχνικός όρος, αβέβαιης ετυμολ. Χωρίς να… …   Dictionary of Greek

  • cáncamo — (Del gr. bizantino kagkhalon, anillo.) ► sustantivo masculino Tornillo con una anilla en vez de cabeza: ■ colocó los cáncamos en la parte posterior del marco del cuadro. * * * cáncamo1 (del lat. «cancӑmum») m. Cierta sustancia nombrada por los… …   Enciclopedia Universal

  • μάγγανο — και μάγκανο και μαγγάνι, το και μάγγανος, ο, και μαγγάνη, η (AM μάγγανον) 1. βαρούλκο, γερανός 2. (στο Βυζάντιο) α) ονομασία διαφόρων πολεμικών μηχανών οι οποίες είχαν ως κοινό χαρακτηριστικό στοιχείο τον τροχό β) η αφετηρία στον ιππόδρομο κατά… …   Dictionary of Greek

  • μήτε — (ΑΜ μήτε) (σύνδ.) και όχι (α. «μήτε εγώ τό είπα, μήτε αυτός» β. «μήτε μέγαν μήτ οὖν νεαρῶν τιν υπερτελέσαι μέγα δουλείας γάγγαμον», Αισχύλ.) νεοελλ. ουδέ, μηδέ, ούτε («μήτε να σέ ξαναδώ στα μάτια μου»). [ΕΤΥΜΟΛ. βλ. λ. μή] …   Dictionary of Greek

  • cáncamo — cáncamo1 (Del lat. cancămum, y este del gr. κάγκαμον). m. Sustancia conocida de los antiguos y que era, a lo que parece, resina o goma de un árbol de Oriente. cáncamo2 (Del gr. γάγγαμον, red, infl. por cáncamo1). 1. m. armella (ǁ anillo de hierro …   Diccionario de la lengua española

  • gem- —     gem     English meaning: to grab, grip; be full     Deutsche Übersetzung: “(with beiden Händen) greifen, fassen (Fessel), zusammendrũcken, pressen (clump, Kloß); hineinstopfen, vollpacken (Ladung, Gepäck)”, intr. “vollgepackt, voll sein,… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.